Μαρδοχαίος και Αμάν

Εξακόσια χρόνια προ Χριστού οι Βαβυλώνιοι, ένα έθνος ειδωλολατρικό, έκαναν πόλεμο με τους Ιουδαίους και τους νίκησαν. Πολλούς από τους Ιουδαίους τους πήραν αιχμαλώτους και τους μετέφεραν στην Βαβυλώνα και σε άλλα μέρη. Ύστερα όμως από μερικά χρόνια νίκησαν τους Βαβυλώνιους οι Πέρσες, και έτσι τώρα οι Ιουδαίοι βρέθηκαν υποδουλωμένοι στους Πέρσες. Την εποχή που ήταν βασιλιάς των Περσών ο Αρταξέρξης, συνέβηκε το εξής γεγονός.

Mέσα στους πολλούς υπαλλήλους, που είχε στη υπηρεσία του ο βασιλιάς ,είχε και έναν Ιουδαίο πολύ ευσεβή, ο οποίος ονομαζόταν Μαρδοχαίος. Κάποτε ο Μαρδοχαίος, από κάτι ομιλίες που άκουσε, κατάλαβε ότι δύο αρχισωματοφύλακες του παλατιού είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν τον βασιλιά.

Δεν χάνει λοιπόν καιρό, αλλά πηγαίνει και το καταγγέλλει στο βασιλιά. Αμέσως ο βασιλιάς διέταξε να πιάσουν τους δύο εκείνους προδότες αυλικούς. Εκείνοι αναγκάστηκαν να ομολογήσουν, ότι πράγματι ήθελαν να σκοτώσουν τον βασιλιά, και ο Αρταξέρξης διέταξε να τιμωρηθούν πολύ αυστηρά. Επήρε τότε ο βασιλιάς το ιδιαίτερο βιβλίο του, που έγραφε όλα τα σπουδαία συμβάντα της ζωής του, και έγραψε το μεγάλο αυτό καλό, που έκανε ο Μαρδοχαίος.

Αλλά στη υπηρεσία του βασιλέως ήταν και ένας κακός άνθρωπος, που λεγόταν Αμάν. Αυτός, αν και ήταν πολύ κακός εν τούτοις είχε κατορθώσει να κάνει τον βασιλιά να τον νομίζει πιστό και αφοσιώμενο. Γι’ αυτό ο βασιλιάς του είχε δώσει το μεγαλύτερο αξίωμα σε όλο το κράτος και διέταξε όλοι να τον προσκυνούν. Ένας μόνο δεν δέχτηκε να προσκυνήσει τον Αμάν και αυτός ήταν ο Μαρδοχαίος.

-Εγώ, έλεγε, προσκυνώ μόνο τον αληθινό Θεό, που δημιούργησε όλο τον κόσμο, άνθρωπο δεν επιτρέπεται να προσκυνώ.

Αυτό το έμαθε ο Αμάν και θύμωσε πολύ. Και για να εκδικηθεί το Μαρδοχαίο, σκέφτηκε να βρει τρόπο να θανατώσει όλους τους συμπατριώτες του Μαρδαχαίου, τους Ιουδαίους! Πρέπει δε να ξέρετε ότι την εποχή εκείνη δεν λογάριαζαν πολύ την ζωή των ανθρώπων. Με μια διαταγή ένας βασιλιάς μπορούσε να καταδικάσει σε θάνατο ολόκληρο λαό και δεν έδινε λογαριασμό σε κανένα.

Έβαλε λοιπόν ο Αμάν τα σχέδια του και μια μέρα παρουσιάζεται στο βασιλιά και του λέγει:

-Ξέρεις, Μεγαλειότατε ότι μέσα στα τόσα έθνη που έχεις στη εξουσία σου, υπάρχει και το έθνος των Ιουδαίων. Αυτοί δεν εννοούν να υπακούσουν στις διαταγές σου. Αυτοί γίνονται κακό παράδειγμα σε όλο το βασίλειο…

-Θύμωσε ο βασιλιάς μόλις άκουσε τα πονηρά αυτά λόγια και είπε. Και τι λέγεις να γίνει με αυτούς;

-Σκέφτηκα, Μεγαλειότατε, να βγάλεις ένα διάταγμα να σφάξουν σε μια ορισμένη μέρα όλους τους Ιουδαίους, που υπάρχουν στο κράτος…

-Καλά λες, Αμάν! Ετοίμασε ένα διάταγμα και να, πάρε το δαχτυλίδι μου, για να το σφραγίσεις και να το στείλεις σε όλους τους νομάρχες και τους στρατιωτικούς διοικητές για να εκτελεστή το γρηγορότερο.

Ο Αμάν προσκύνησε τον βασιλιά και γεμάτος χαρά έφυγε.

– Α, έλεγε μέσα του, θα τον εκδικηθώ πολύ σκληρά αυτόν τον Μαρδοχαίο!

Σε λίγη ώρα έμαθε ο Μαρδοχαίος τι μεγάλο κακό περίμενε τους συμπατριώτες του, και λυπήθηκε πάρα πολύ.

Άρχισε λοιπόν να κλαίει και να παρακαλεί τον Θεό να προστατεύσει και να σώσει τους Ιουδαίους από τον μεγάλο αυτό κίνδυνο. Τότε του ήρθε μια καλή ιδέα. Τρέχει στη βασίλισσα που ήταν κι αυτή Ιουδαία. Της λέγει τι συμβαίνει και την συμβουλεύει να την παρακαλέσει αυτή τον βασιλιά να χαρίσει τη ζωή στους συμπατριώτες της.

Η Εσθήρ -έτσι λεγόταν η βασίλισσα- μόλις έμαθε τη σκληρή διαταγή του βασιλιά, λυπήθηκε κατάκαρδα. Αλλά για να παρουσιαστεί στον βασιλιά κανείς, κι αυτή ακόμη η βασίλισσα, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Έπρεπε προηγουμένως να τον έχει παρακαλέσει ο βασιλιάς, διότι αλλιώς κινδύνευε να θανατωθεί αμέσως από τους στρατιώτες του βασιλιά. Εν τούτοις η Εσθήρ είχε πεποίθηση, ότι ο Θεός θα την προστατεύσει. “Θα παρουσιαστώ, είπε και ας γίνει ότι θέλει ο Θεός.”

Και να, την άλλη μέρα παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά στον βασιλιά. Εκείνος, μόλις την είδε, διατάσσει να μην την πειράξει κανείς. Σηκώνεται αμέσως και τη ρωτά:

– Εσθήρ, τι θέλεις από μένα; Τι μπορώ να σου κάνω;

– Βασιλιά, σε παρακαλώ να μου κάνης τη χάρη να έρθεις σήμερα μαζί με τον Αμάν στο ιδιαίτερο διαμέρισμα μου να σας κάνω ένα γεύμα επίσημο.

– Όπως θέλεις, Εσθήρ, έτσι θα γίνει. Θα έρθουμε χωρίς άλλο, απάντησε εκείνος.

Την ορισμένη ώρα ο βασιλιάς και ο Αμάν πήγαν στην Εσθήρ και έφαγαν τα ωραία φαγητά που είχε ετοιμάσει.

Όταν τελείωσε το φαγητό και επρόκειτο να σηκωθούν, ο βασιλιάς κατάλαβε ότι κάτι ήθελε να του ζητήσει η βασίλισσα και την ρώτα.

– Πες μου, Εσθήρ, τι θέλεις να σου κάνω;

– Βασιλιά, απαντά εκείνη, σε παρακαλώ να έρθεις πάλι αύριο με τον Αμάν να σας περιποιηθώ, όπως και σήμερα.

– Αφού το θέλεις, θα έρθουμε, απάντησε ο βασιλιάς.

Ο Αμάν ήταν πολύ χαρούμενος και περίμενε την ημέρα, που θα άρχιζαν οι στρατιώτες να εκτελούν το διάταγμα του βασιλιά, για να σφάξουν τους Ιουδαίους. Είχε όμως και μια ανησυχία. Ήθελε να βρει τρόπο, ώστε μαζί με τους Ιουδαίους να θανατώσει και τον Μαρδοχαίο. Έβαλε πολλά σχέδια με το νου του, και να, την άλλη μέρα πρωί-πρωί πηγαίνει στα ανάκτορα. Ήθελε να παρουσιαστεί στον βασιλιά και να του ζητήσει την άδεια να κρεμάσει τον Μαρδοχαίο.

Αλλά εκείνη τη νύχτα συνέβη κάτι εξαιρετικό. Ο βασιλιάς υπέφερε από αϋπνία. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί καθόλου και στριφογύριζε πάνω στο κρεβάτι του. Σε κάποια στιγμή φωνάζει το γραμματέα του.

– Πάρε το βιβλίο, που γράφουμε τα σπουδαία γεγονότα της ζωής μου, του λέγει, και έλα να μου διαβάσεις κάτι για να περάσει λίγο η ώρα, γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ!

Εκείνος έτρεξε αμέσως και έφερε ένα χρυσοστόλιστο μεγάλο βιβλίο και άρχισε να διαβάζει, ενώ ο βασιλιάς τον άκουγε με προσοχή. Εκεί που διάβαζε ο γραμματέας, έφθασε σε εκείνα που είχε γράψει ο βασιλιάς για τον Μαρδοχαίο, πως δηλαδή του έσωσε τη ζωή από τους δύο κακούς αυλικούς. Μόλις τα άκουσε ο βασιλιάς, γυρίζει προς τον γραμματέα του και τον ρωτά.

– Και τι αμοιβή δώσαμε στο Μαρδοχαίο για το μεγάλο αυτό καλό που μου έκανε;

– Τίποτε, Μεγαλειότατε.

– Α! αυτό δεν είναι σωστό, είπε ο βασιλιάς, πρέπει να τον τιμήσουμε πολύ και να τον δοξάσουμε.

Το πρωί -πρωί άκουσε ο βασιλιάς ότι περιμένει κάτω ο Αμάν.

– Να έρθει μέσα διέταξε.

Ο Αμάν χάρηκε πολύ, όταν άκουσε ότι τον ζητεί ο βασιλιάς.

– Χωρίς άλλο, σκεπτόταν, δεν θα μου αρνηθεί την χάρη που θα του ζητήσω.

Παρουσιάστηκε λοιπόν και προσκύνησε τον βασιλιά και αυτός ρωτά τον Αμάν.

– Όταν θέλω να τιμήσω έναν άνθρωπο και να τον δοξάσω πολύ, τι πρέπει να κάνω;

Μόλις άκουσε αυτά ο Αμάν, σκέφτηκε μέσα του

– Ποιόν άλλον θα θέλει να τιμήσει ο βασιλιάς, εκτός από εμένα;

Και αμέσως απαντά:

– Αν θέλεις, Μεγαλειότατε, να τιμήσεις πολύ έναν άνθρωπο και να τον δοξάσεις, διέταξε να τον ντύσουν με μία στολή πολύτιμη, σαν τη δικιά σου. Έπειτα βάλε τον να καβαλικέψει στο άλογο σου και διέταξε έναν από τους ενδοξότερους αυλικούς σου να τον περιτριγυρίζει στους δρόμους και τις πλατείες και να φωνάζει: “Έτσι δοξάζει ο βασιλιάς όσους εκτιμάει”.

– Καλά είπες, του απαντά ο βασιλιάς. Όλα λοιπόν αυτά σε διατάσσω να τα κάνεις στο Μαρδοχαίο και πρόσεχε, μήπως δεν τα εκτελέσεις όλα, γιατί αλλοίμονό σου !

Ο δυστυχής ο Αμάν! Πήγαινε να ζητήσει τον θάνατο του Μαρδοχαίου, και τώρα ήταν υποχρεωμένος να υπηρετήσει αυτός, για να δοξαστεί εκείνος! Αλλά τι να κάνει; Τα εξετέλεσε όλα και γύρισε στο σπίτι του καταπικραμένος.

Σε λίγο ήρθαν και τον φώναξαν.

– Αμάν, τι κάθεσαι; Σε περιμένει ο βασιλιάς για να πάτε στο γεύμα της βασίλισσας.

Σηκώνεται λοιπόν και πηγαίνει. Εκεί που έτρωγαν, λέγει ο βασιλιάς στη βασίλισσα

– Πες μου Εσθήρ τι θέλεις να σου κάνω; Και το μισό βασίλειο μου αν μου ζητήσεις, θα στο δώσω.

Και εκείνη απαντά

– Αχ, βασιλιά! Τι να το κάνω και το μισό βασίλειο σου, αφού καταδίκασες τους συμπατριώτες μου σε θάνατο σκληρό; Πως να ζήσω εγώ μόνη, αφού όλοι οι Ιουδαίοι θα φονευτούν χωρίς να φταίνε σε τίποτε; Γιατί πίστεψες όσα σου είπαν οι συκοφάντες;

Στα λόγια αυτά ο βασιλιάς ταράχτηκε.

– Και ποιός, Εσθήρ είναι αυτός που τόλμησε να κατηγορήσει τους συμπατριώτες σου;

– Να αυτός ο κακός και πονηρός άνθρωπος, ο Αμάν!

Ο Αμάν, μόλις τ’ άκουσε αυτά, ταράχτηκε πολύ. Αλλά και ο βασιλιάς στεναχωρέθηκε. Σηκώθηκε λοιπόν από το τραπέζι και βγήκε στον κήπο. Τότε τον πλησιάζει ένας από τους ανθρώπους του παλατιού και του λέγει.

– Μεγαλειότατε, ο Αμάν πράγματι είναι κακός. Ξέρεις γιατί ήρθε σήμερα πρωί-πρωί στο παλάτι σου; Ήρθε να σου ζητήσει την άδεια να κρεμάσει τον Μαρδοχαίο…

Μόλις άκουσε και αυτό ο βασιλιάς κατάλαβε πλέον το άνθρωπος ήταν ο Αμάν. Αμέσως λοιπόν διατάσσει να τον τιμωρήσουν όπως του άξιζε. Τον κρέμασαν στο ξύλο που είχε ετοιμάσει ο Αμάν για τον Μαρδοχαίο. Αμέσως δε ο βασιλιάς στη θέση του Αμάν διορίζει το Μαρδοχαίο. Και επιπλέον βγάζει νέο διάταγμα να μη τολμήσει κανείς να πειράξει τους Ιουδαίους. Έτσι ο ευσεβής Μαρδοχαίος που είχε ζητήσει την προστασία του Θεού σώθηκε από τον μεγάλο κίνδυνο, και μαζί μ’ αυτόν σώθηκε και όλο το έθνος των Ιουδαίων.

1 αστεράκι2 αστεράκια3 αστεράκια4 αστεράκια5 αστεράκια (3 ψήφοι, μέσος όρος: 3,67 από 5)
Loading...

Αφήστε μια απάντηση