Ο τεμπελάκος

Πρόσωπα: Φιφής, Ριρής, Μαμά, θείος Μηνάς

ΣΚΗΝΗ

ΦΙΦΗΣ: Ριρή, ξύπνα, ξύπνα ειναι εννέα η ώρα!

ΡΙΡΗΣ: (μισοξυπνημένος ανασηκώνεται λιγάκι, κοιτάζει γύρω του και λέει ψευδά): Και θά να ‘ναι 9 η ώρα; (ξαναπέφτει και στη στιγμή ροχαλίζει. Η Φιφή απομακρύνεται στενοχωρημένη. Σε λίγο ξανάρχεται και τον σκουντάει)

ΦΙΦΗΣ: (κλαψουρίζοντας): Σήκω να παίξουμεεε…

ΡΙΡΗΣ: (μέσα απο τις κουβέρτες): Θου λέω άθε μεε! (ροχαλίζει).

ΦΙΦΗΣ: Σου λέω κι εγώ ξύπνα για να φτιάξουμε τις κατασκευές! (τον ξανασκουντάει). Αυτά που ζήτησες από το μπαμπά και σου τά ‘φερε προχτές.

ΡΙΡΗΣ: (Πετάει τις κουβέρτες, τρίβει τά μάτια του μισοξυπνημένος και ψευδά λέει): … , Ά… ναι, ναι να φτιάκθουμε ένα θπιτάκι για το θκύλο μαθ!

ΦΙΦΗΣ: Μπράβο, μπράβο, Ριρή μου! Ας εισαι μισοξυπνημένος, τα λες πολύ σωστά. Σκέψου να ξυπνήσεις, πόσο ξύπνια θα τα λές.

ΡΙΡΗΣ: (Αυτός όμως ξαναπέφτει στο κρεβάτι του και λέει -πάλι ψευδά): Αλγότελα, λίγο αλγότελα. Άθε με θέ παλακαλώ, Φιφή, να πάλω ενα μικλό υπνάκο. (Σε λίγο ροχαλίζει).

ΦΙΦΗΣ: (φεύγει και λέει): Ας πάω να βρω τα εργαλεία και τα ξύλα για τις κατασκευές. Σα θα ξυπνήσει ό Ριρής, να βάλουμε μπρος. (Στο μεταξύ ο Ριρής ξύπνησε. Σε λίγο φτάνει ο Φιφής με τα ξύλα).

ΦΙΦΗΣ: Μπράβο, Ριρή μου !… Τί καλός που εισαι !! Πού θα δουλέψουμε, εδώ ή στην αυλή;

ΡΙΡΗΣ: Ξέλεις, Φιφή, τί λέω; Να μην παικθούμε θήμελα τις καταθκευές!

ΦΙΦΗΣ: Γιατί Ριρή;

ΡΙΡΗΣ: Γιατί, γιατί βαλγιέμαι…

ΦΙΦΗΣ: Τί θα πει βαριέσαι; Εσύ δε ζήτησες από το μπαμπά τις κατασκευές;

ΡΙΡΗΣ: Να, δηλαδής να παίκθουμε άλλη φολά. Γιά να γίνει το θκυλόθπιτο θα κουλαθτούμε, θα ιδλώθουμε και τ΄ απόγευμα, αν ζητήθουμε από τη μαμά νά μαθ πάει θτή Παιδική Χαλά και είμαθτε ιδλωμένοι, δεν θα μαθ πάει.

ΦΙΦΗΣ: Καλά τα λές! Ριρή. Αφού μάλιστα πέρασε η ώρα δε θα προφτάσουμε να κάνουμε το σκυλόσπιτο και να πάμε και στην Παιδική Χαρά.

ΡΙΡΗΣ: Ώθπου να ντυθώ, να νιφθώ, να κάνω τη πλοθευχή μου, να πιω το γάλα μου, θα πελάθει ακόμα κι άλλη ώλα. Αύλιο, αύλιο θ’ αλχίθουμε από πλωί-πλωί.

ΦΙΦΗΣ: Τότες να παίξουμε τους μπακάληδες. Πήγαινε να ετοιμαστείς και σε περιμένω. Μην αργείς όμως κι έρθει μεσημέρι και δεν προφτάσουμε ούτε τους μπακάληδες να παίξουμε.

ΡΙΡΗΣ: Έννοια θου, Φιφή, έννοια θου. Θα κάνω γλήγολα.
(προχωρεί αργά-αργά. Στο δρόμο χασμουριέται).
(Το πρωί της άλλης μέρας τα δυο αδερφάκια κάθονται στό πάτωμα και φτιάχνουν το σκυλόσπιτο).

ΦΙΦΗΣ: Ωραίο που θα γίνει, Ριρή μου, το σπιτάκι του σκύλου μας!

ΡΙΡΗΣ: Ωλαίο, ωλαίο και βέβαια!…
(Χτυπάει η πόρτα και ακούγονται καλωσορίσματα).

ΡΙΡΗΣ: Ο θείος Μηνάς απ’ το χωλιό ! …

ΦΙΦΗΣ: (Ξεφωνίζει χαρούμενα) Ω! ο θείος Μηνάς!
(Παρατάνε το παιχνίδι και τρέχουν να καλωσορίσουν το θείο τους. Ακούγονται νέα καλωσορίσματα και φιλιά. Σε μια στιγμή παρουσιάζονται όλοι στη σκηνή. Η μαμά, ο θειος Μηνάς και τα δυο αδερφάκια. Μετά φεύγουν και ακούγονται διάφορες συζητήσεις από μέσα).

ΜΑΜΑ: (Χωρίς να φαίνεται): Τί κάνει η μητέρα, Μηνά;

ΜΗΝΑΣ (με χωριάτικη προφορά): Το γιόμα είχε λίγη κάψα, σα κι αγροίκισε από μένανε, πως θα ροβόλαγα κατά την πόλη, σκώθηκε να σιάξει τούτη δω τη μουσταλευριά για τα ‘γγονάκια τσι.

ΡΙΡΗΣ: (Φαίνεται λιγάκι, χτυπάει χαρούμενα παλαμάκια και ξεφωνίζει): Πώθ μ’ αλέσει η μουθταλευλιά!!

ΦΙΦΗΣ: Ριρή μου, πάμε στην κουζίνα να τη φάμε.
(Μεσολαβεί ένα διάλειμμα). (Ξανάρχονται τα δυό τους στη σκηνή).

ΦΙΦΗΣ: Τί λές, Ριρή, για το σπιτάκι.

ΡΙΡΗΣ: Δε πλοφτάνουμε… Πέλαθε η ώλα, αύλιο πλωι-πλωι.

ΦΙΦΗΣ: Τότε να ποτίσουμε…

ΡΙΡΗΣ: Να ποτίθουμε, όχι, όχι σήμελα δε μπολώ, βαλγιέμαι.

ΦΙΦΗΣ: Τί θα πει βαριέσαι. (Στο μεταξύ ακούγεται από μέσα η φωνή της μαμάς που φωνάζει το Φιφή).

ΜΑΜΑ: Φιφή, ελάτε μια στιγμή, να μου κάνετε μια δουλειά.

ΦΙΦΗΣ: Ερχόμαστε, μαμά! (στό Ριρή) Σήκω, η μαμά μας θέλει. (Προχωρεί προς τα μέσα, αλλά μόνος του, γιατί ο Ριρής κάνει πώς δεν τ’ ακούει. Μετά από λίγο γυρίζει ο Φιφής και του λέει): Η μαμά είπε να πάμε ως το φούρνο ν’ αγοράσουμε παξιμάδια γιά τη γιαγιά.

ΡΙΡΗΣ: Εγώ δε μπολώ. Κουλάστηκα. Έχω πολλέθ δουλιέθ κάνει απ’ τό πλωι.

ΦΙΦΗΣ: Γιά να τις ακούσω…

ΡΙΡΗΣ: Θηκώθηκα,

ΦΙΦΗΣ: Μετά!

ΡΙΡΗΣ: Πλύθηκα.

ΦΙΦΗΣ: Μετά!

ΡΙΡΗΣ: Ντύθηκα,

ΦΙΦΗΣ: Δουλειές που έκαμες, Ριρή μου, κι είσαι απ΄ αυτές κουρασμένος ! !

ΡΙΡΗΣ: Είναι κι άλλη κι άλλη. Θηκώθηκα, πλύθηκα, ντύθηκα, έκανα τη πλοσευχή μου, ήπια το γάλα μου κι έφτιακθα το θκυλόσπιτο.

ΦΙΦΗΣ: Δεν το ‘φτιαξες. Μόνο που πήγαμε να τ’ αρχίσουμε μαζί και τ’ αφήσαμε…

ΡΙΡΗΣ: (Θυμωμένα): Λίγεθ δουλειέθ είν’ αυτέθ κύλιέ μου… Δε μπολώ ούτε να ποτίθω, ούτε να πάω πουθενά. Να παθ μόνοθ θου, δε μπολώ, δε μπολώ, κουλάθτηκα θου λέω. Πάω να ξεκουλαθτώ.

………………………….

(Είναι απόγευμα. Στο σπίτι είναι ησυχία. Ο Ριρής γυρίζει τα δωμάτια και φωνάζει δυνατά:)

ΡΙΡΗΣ: Φιφή!… Φιφή !…
(Φτάνει ως το μπροστινό δωμάτιο, που είναι η μητέρα του).

ΜΑΜΑ: Ω, το Ριρή μου! Καλώς τον, καλώς τον! Τώρα ξύπνησες βλέπω. Πήγαινε να ντυθείς και νά ‘ρθεις να φας την κρέμα σου.
(Γυρίζει σε λίγο η μαμά, του δίνει το πιατάκι με την κρέμα).

ΜΑΜΑ: Τι ωραία κρέμα που έφτιαξα εγώ για το Ριρή μου!

ΡΙΡΗΣ: Πού είναι ο Φιφής;

ΜΑΜΑ: Φάε πρώτα την κρέμα σου.

ΡΙΡΗΣ: (Τρώει γρήγορα και κωμικά. Σκουπίζεται πότε με πετσέτα, πότε μέ τα μανίκια του) Πού  είναι ο Φιφής, μαμά;

ΜΑΜΑ: Ο Φιφής, σα γύρισε από το φούρνο με τα παξιμάδια, τον πήρε ο θείος σου να πάνε ως το Λούνα Παρκ. Μετά θά ‘παιρναν το λεωφορείο, κι ίσως νά ‘χουν φύγει τώρα, για να πάνε στο χωριό. Θα μείνει εκεί δυο μέρες, να δει τη γιαγιά σου και να παίξει με τα ξαδέρφια σου.

ΡΙΡΗΣ: (Εσπρωξε μακριά και μέ πείσμα το πιάτο μέ τήν κρέμα και είπε κλαίγοντας): Γιατί δε με πήρανε και μένααα;

ΜΑΜΑ: Μα εσύ, Ριρή μου, είπες, εγώ τ’ άκουγα από μέσα, πως βαριέσαι, πως κουράστηκες, πως δεν μπορείς και τόσα άλλα. Όπως βλέπεις, όχι, δε σου φταίει κανείς, αλλά να ξέρεις, πως όποιος τεμπελιάζει αυτά κι άλλα παθαίνει.

ΤΕΛΟΣ

1 αστεράκι2 αστεράκια3 αστεράκια4 αστεράκια5 αστεράκια (2 ψήφοι, μέσος όρος: 5,00 από 5)
Loading...

Αφήστε μια απάντηση