Ο Μήτρος δικάζεται

Πρόσωπα: Πρόεδρος, Μήτρος, Δικαστής, Μηνυτής, Συνήγορος, Εισαγγελέας

ΣΚΗΝΗ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    (Χτυπάει το κουδούνι)   Ησυχία παρακαλώ! Αρχίζει η συνεδρίαση. Να προσέλθει ο κατηγορούμενος Δημήτριος Ξηροτάγαρος.
ΜΗΤΡΟΣ:    Παρωωών!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Πλησίασε. Πώς ονομάζεσαι;
ΜΗΤΡΟΣ:    Μήτρους Ξηρουτάγαρους, Του Χρον’ και τση Μαρουλιώς.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Δώσε μας υπόσχεση ότι θα μας πεις την αλήθεια χωρίς φόβο και χωρίς πάθος σε ότι ερωτηθείς.
ΜΗΤΡΟΣ:     Υπόσχουμι να πω την αλήθεια κι ότι πάθω κι ότι μάθω χωρίς να ερωτηθώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    (Αυστηρά)   Τι είναι αυτά που λες;
ΜΗΤΡΟΣ:    Με το συμπάθειο, κυρ-Πρόεδρε, έτσι δε μου τα είπες;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Έλα, πες μας τώρα για την υπόθεση.
ΜΗΤΡΟΣ:    Μιτά χαράς, κύριε Πρόεδρε. Θα στα μολογήσω ούλα. (Κάθεται σταυροπόδι καταγής)   Λοιπόν που λες…
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Σήκω επάνω γρήγορα! Στο καφενείο βρίσκεσαι;
ΜΗΤΡΟΣ:    Να με συμπαθάς κυρ-Πρόεδρε. Είπα για καλύτερα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    (Με θυμό)   Σήκω, είπα!
ΜΗΤΡΟΣ:    (Σηκώνεται)   Όπως θέλ’ η αφεντιά σ’.
ΔΙΚΑΣΤΗΣ:    Κάθησε εκεί, στο εδώλιο. Ο χωριανός σου Κόλιας καταγγέλλει ότι στις 10 του μηνός μπήκε ο γάιδαρος σου στο χωράφι του και του έκανε μεγάλη ζημιά. Τι λές γι’ αυτό;
ΜΗΝΥΤΗΣ:    Έφαγε δεκατρία στρέμματα μαρούλια κύριε Πρόεδρε! Καταστράφηκα!
ΜΗΤΡΟΣ:    (Έκπληκτος χειρονομώντας)   Εμένα, αφεντικό, ο γάιδαρός μου να κάν’ ζημιά! Τι θάλεγες τώρα! Ψέματα, ψέματα.
ΔΙΚΑΣΤΗΣ:    Και εσύ εξύβρισες το μηνυτή και τον απείλησες μάλιστα.
ΜΗΤΡΟΣ:    Καλά, αυτός λέει κι εσύ τα πιστεύεις, αφεντικό; Του λόγου σ’ φαίνισαι έξυπνους  άνθρωπους…
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Πρόσεχε πως μιλάς κατηγορούμενε!
ΜΗΤΡΟΣ:    Αμ, μ’ αφήνεις του λόγου σ’ να μιλήσου.
ΔΙΚΑΣΤΗΣ:    Που ήσουνα την 10ην τρέχοντος;
ΜΗΤΡΟΣ:    Ιγώ τρέχουντας! Ιγώ! Που να τρέξου, αφεντικό, γέρος άνθρωπος. Σιγά περπατάω ο δόλιος.    (Πλησιάζοντας το γραμματέα στην έδρα)
Βρε καλόπιδο. Πες και συ κανένα καλό λόγο. Τι γράφεις ολοένα; Βουτάς τη μαυρομύτα κι όποιουν παρ’ ο χάρους.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Πήγαινε γρήγορα στη θέση σου. (πηγαίνει)  Συνέχισε!
ΜΗΤΡΟΣ:    Σηκώθκα που λέτε, πουρνό-πουρνό κι έφαγα, με το συμπάθειο, καλά, κατά που συνηθίζω, δηλαδής. Ο αδερφός μου γκρίνιαζε! Θα πας, Μήτρο, στου χουράφ’  – δεν πάου, θα πας  – δεν πάου! Στο τέλος με κατάφερε. Παίρνω το γάιδαρο μ’, με το συμπάθειο, τον καυαλικεύου και δόστου. Στο δρόμο να κι ο Γιανν’ς τση Μαρίας. Γεια σ’ Γιάνν’, Καλημέρα Μήτρου…
ΔΙΚΑΣΤΗΣ:    Έλα στο θέμα κατηγορούμενε!
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ:    (Του ψιθυρίζει κάτι στ’ αυτί)
ΜΗΤΡΟΣ:    (Δυνατά) Μωρ’ άφησέ με, κυρ-δικηγόρε. Τι μου λες τώρα! Δεν ξέρου ιγώ τη δ’λειά μ’;
ΔΙΚΑΣΤΗΣ:    Συνέχισε. Μας έσκασες!
ΜΗΤΡΟΣ:    Ε, που μείναμε; Α, ναι! Που λέτε ο Γιάνν’ς μι σταματάει κι μου λέει…
ΔΙΚΑΣΤΗΣ:    (Αυστηρά)    Θα μας πεις τώρα την αλήθεια ή θα χάνουμε τον καιρό μαζί σου;
ΜΗΤΡΟΣ:    Του λόγ’ σου, αφεντικό, πολύ το ζόρικο μου κάν’ς. Με το συμπάθειο, δηλαδής, μπας κι σου ‘φταιξα τίποτις ο καψερός; Μπας κι έχουμι τίποτις μαζί; Γιατί μου μιλάς έτσι;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Πρόσεξε, κατηγορούμενε. Δε μιλούν έτσι στους δικαστές.
ΜΗΤΡΟΣ:    Αμ, δε βλέπεις, κυρ-Πρόεδρε. Έχει κατιβασ’ κάτι μούτρα ο λεγάμενος, λες και του σκότωσα τον πατέρα.
(Οι δικαστές σιγομιλούν)
ΜΗΤΡΟΣ:    (Πηγαίνει κοντά τους)    Ε, ε! Τι λέτε εσείς αυτού κρυφά!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Σιωπή!
ΔΙΚΑΣΤΗΣ:    Κάθησε κάτω!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Σήκω επάνω!
ΔΙΚΑΣΤΗΣ:    Κάθησε κάτω!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Σήκω επάνω!
ΜΗΤΡΟΣ:    Σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε, εδώ είναι που τα μπλέξαμι. Ποιόνου να χαλάσου το χατήρ’ ο δόλιος;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    (Στον συνήγορο)   Τον λόγο έχει η υπεράσπιση.
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ:    Κύριοι δικαστές. Η περίπτωση του πελάτη μου, όπως οι ίδιοι ασφαλώς αντιληφθήκατε, ενέχει όλα τα ελαφρυντικά της πλήρους συγχύσεως. Πρόκειται, ασφαλώς, για άνθρωπο αφελή μέχρι ανοησίας, ο οποίος δεν έχει καμία συναίσθηση των λόγων και των πράξεών του. Ζητώ, λοιπόν, την επιείκεια του Δικαστηρίου.
ΜΗΤΡΟΣ:    (Έξαλλος)   Μωρέ τι λες του λόγου σ’; Ανόητος ιγώ, ο Μήτρους ο Ξηρουτάγαρους; Δε ντρέπεσαι;
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ:    (Σκύβει στο αυτί)   Άφησέ με να κάνω τη δουλειά μου. Έτσι θα πω για να σε σώσω.
ΜΗΤΡΟΣ:    Ποια δουλειά ουρέ! Ιγώ ο δόλιος σε πλήρουσα και συ με βρίζεις, με κάν’ς ανόητο. Να δικαιόρος, να μάλαμα! Πάρτον στου γάμου σου να σ’ πει κι του χρον’.
ΔΙΚΑΣΤΗΣ:    Κάθησε κάτω κατηγορούμενε!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Σήκω επάνω!
ΜΗΤΡΟΣ:    Πάλι τα ίδια! Άιντε…
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Το λόγο έχει ο κ. Εισαγγελέας.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ:    Κύριοι δικαστές. Δε συμφωνώ καθόλου με τη γνώμη του κ. συνηγόρου.
ΜΗΤΡΟΣ:    (Χτυπάει τα χέρια)    Μπράβο!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Σιωπή!
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ:    Ο κατηγορούμενος γνωρίζει πάρα πολύ καλά να υποδύεται το ρόλο του αφελή,  ενώ δεν είναι τέτοιος.
ΜΗΤΡΟΣ:    Ευχαριστώ πολύ!
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ:    Συμπεριφέρεται έτσι για να αποφύγει τις συνέπειες του Νόμου. Πρόκειται για εξυπνότατο άνθρωπο που έχει και αντίληψη και συναίσθηση των πράξεών του.
ΜΗΤΡΟΣ:    (Τρέχει να του σφίξει το χέρι χαρούμενος)   Μπράβο καλόπαιδο!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Κάθησε στη θέση σου κατηγορούμενε!
ΜΗΤΡΟΣ:    Άσε, κυρ-Πρόεδρε, να πει κάνα καλό λόγο. Όχι σαν την αφεντιά του (δείχνει το συνήγορο)   που μου την έσκασε μπαμπέσικα!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Δε σου επιτρέπω!
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ:    Γι’ αυτό προτείνω να δικαστεί σε φυλάκιση είκοσι ημερών.
ΜΗΤΡΟΣ:    (Κατάπληκτος)   Μπα! Τι λέει τώρα! (Στον Εισαγγελέα)  Βρε εσύ, προυτύτερα τι έλεγες; Γιατί το γυρίζεις τώρα; Α, θα τα χαλάσουμε, σου λέω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    (Χτυπάει το κουδούνι)    Σιωπή! Θα σου βάλω είκοσι μέρες φυλακή.
ΜΗΤΡΟΣ:    Άκου κυρ-Πρόεδρε, Μη νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις ότι θέλεις. Θα σηκωθώ και θα φύγω, σου λέω!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    (Χτυπάει πάλι το κουδούνι)   Σιωπή, είπα!
ΜΗΤΡΟΣ:    Α, δεν πάμι καλά! Σου πέρασ’ η ιδέα ότι κρατάς την κουδούνα κι δόστου εικουσάρες; Τότινες βαράω κι γω την καμπάνα του χωριού μ’ και σι κοπανάου ισόβια! Σ’ αρέσ’;
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Θα πάψεις ή θα σε πετάξω έξω;
ΜΗΤΡΟΣ:    Α, να σου πω, κυρ-Πρόεδρε, θα σηκωθώ κι θα φύγου. Να, τώρα κιόλας. (Σηκώνεται να φύγει)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    Κάθησε κάτω, κατηγορούμενε. Μην πας κόντρα στο Δικαστήριο.
ΜΗΤΡΟΣ:    Ιγώ κόντρα, κυρ-Πρόεδρε; Το Σάββατο μόνο πηγαίνω για κόντρα στο Γιάννη το μπαρμπέρη. Τον ξέρεις του λόγου σ’;
(Οι δικαστές σιγομιλούν και βγάζουν την απόφαση)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ:    (Σηκώνεται όρθιος)    Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψη τη διανοητική κατάσταση του κατηγορούμενου απαλλάσσει αυτόν λόγω πλήρους συγχύσεως. Κατηγορούμενε είσαι ελεύθερος
ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ:    (Στον Μήτρο)    Βλέπεις τώρα που σ’ έσωσα; Άδικα φώναζες
ΜΗΤΡΟΣ:    Μυστήρια πράματα! Ντιπ δεν καταλαβαίνου τι γίνεται ιδώ μέσα. Ο ένας σε παινάει, σου λέει καλά λόγια κι ύστερα σε τσεκουρώνει. Ο άλλος σε κατηγοράει, σε βρίζει και στο τέλος σε βγάζει περιστέρι!
(Τον τραβά ο συνήγορος από το χέρι και τον βγάζει έξω)

ΤΕΛΟΣ

1 αστεράκι2 αστεράκια3 αστεράκια4 αστεράκια5 αστεράκια (5 ψήφοι, μέσος όρος: 4,60 από 5)
Loading...

Αφήστε μια απάντηση